Η Γένεση της Ψυχολογικής Αστρολογίας

Η εκτίμηση της πορείας της αστρολογίας τα τελευταία 30 χρόνια δεν είναι εύκολη δουλειά. Με τη σύσταση της ανθρωποκεντρικής ψυχολογίας στη δεκαετία του 1960, οι αστρολόγοι ξεκίνησαν να κοιτάζουν τους χάρτες σε σχέση με τη διαμόρφωση και την ανάπτυξη του ατόμου.

Για όσους άρχισαν να μελετούν την αστρολογία μόλις πρόσφατα, αυτό μπορεί να ακούγεται αυτονόητο. Όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα. Παρόλο που ο Γιούγκ (1962) είπε κάποτε «η αστρολογία αντιπροσωπεύει το περίγραμμα της ψυχολογικής γνώσης» (σελ. 142), το γεγονός παραμένει ότι πριν τη δεκαετία του 1960 υπήρχαν πολύ λίγα στοιχεία στην αστρολογία που να σχετίζονται με ό,τι θεωρούμε σήμερα ‘ψυχολογικό’.
Οι αρχαίοι λαοί αντιμετώπιζαν τους πλανήτες σαν θεούς που διοικούσαν τις ενέργειες της Φύσης, όπως ένας βασιλιάς διοικεί τους υπηκόους του. Κατά την αντίληψή τους, η σχέση μεταξύ ουράνιων και γήινων γεγονότων είναι γραμμική, διπλής φύσεως και ιεραρχική: μία ανώτερη δύναμη κυριαρχεί μίας κατώτερης. Μεταγενέστερες και βαθύτερες μελέτες αστρολογικής φιλοσοφίας αναγνώρισαν ότι μακρόκοσμος και μικρόκοσμος είναι έννοιες αλληλένδετες και ως εκ τούτου η σχέση τους δεν είναι ούτε γραμμική, ούτε διπλής φύσεως. Στη συνέχεια, και με την κατάρρευση του Ελληνιστικού πολιτισμού τον 3ο αιώνα, εγκαταλείφθηκε και αυτή η θεωρία και κατά το Μεσαίωνα επικράτησε ένα πιο απλό μοντέλο, όπου οι άνθρωποι θεωρούνταν μοιραίοι αποδέκτες κοσμικών δυνάμεων τις οποίες μπορούσαν να εξευμενίσουν, αλλά όχι να απαρνηθούν.

Αυτός ο σκοτεινός καθορισμός ενισχύθηκε από μια φορτωμένη με αξίες ορολογία, που συχνά περιέγραφε το γενέθλιο χάρτη με δυσοίωνους όρους, π.χ. εγκληματικό, κακοήθεις στοιχείο, εξασθένηση, θλίψη, βλάβη, πτώση, καταστροφέας της ζωής, κόλαση του ζωδιακού κύκλου, κ.λπ. Βέβαια, υπήρχαν και ‘καλά’ στοιχεία στην αστρολογία όπως ωφελήματα και εξυψώσεις, αλλά ο ρόλος τους στόχευε στην υπογράμμιση του προκαθορισμού του συστήματος. Οι πλανήτες θεωρούνταν πομποί μυστηριωδών ακτινών ή ηλεκτρομαγνητικών δυνάμεων, οι οποίες επιδρούσαν στον άνθρωπο κατά τη γέννησή του. Είναι προφανές ότι αυτό υποκινούσε το άτομο να εστιάσει την προσοχή του προς τα έξω για να δει τι καλό ή κακό του επιφύλασσαν οι θεοί. Ο σκληρός προκαθορισμός της παραδοσιακής αστρολογίας δεν διέθετε χώρο για την πιθανότητα αλλαγής ή ανάπτυξης στο συνειδητό. Αντίθετα, οι άνθρωποι συμβουλεύονταν τα άστρα για να αποφύγουν ολέθριες καταστάσεις ή να εκμεταλλευτούν ευκαιρίες προς το συμφέρον τους.

Η παραδοσιακή, γεγονοκεντρική αστρολογία έλεγε ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ένα πιθανό θύμα ενός αδιάφορου σύμπαντος, πάνω στο οποίο έχει λίγο ή καθόλου έλεγχο. Ανάλογα, οι αστρολόγοι ήταν ιδιαίτερα πρόθυμοι να δώσουν στους ανθρώπους αυτό που ζητούσαν – προβλέψεις, συμβουλές, προειδοποιήσεις και απλές λύσεις σε αυτά που στις ημέρες μας αποκαλούμε ψυχολογικά προβλήματα. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, οι αστρολόγοι ήσαν καλοπροαίρετοι και ενδιαφέρονταν για την πρόβλεψη των γεγονότων και την περιγραφή του χαρακτήρα και δεν έβλαπταν όσους τους πλησίαζαν. Στη χειρότερη όμως, ήσαν άτομα που έσπερναν τον τρόμο, εκμεταλλεύονταν τις ανασφάλειες και τους φόβους των ανθρώπων, οι οποίοι πλήρωναν για αυτές τις υπηρεσίες και προκαλούσαν σοβαρά προβλήματα.

Η πλειονότητα των αρνητικών προβλέψεων σχετικά με ασθένειες, ατυχήματα, χωρισμούς, ναυάγια, σεισμούς, σκάνδαλα, κληρονομιές, γάμους, προαγωγές κ.λπ. ήταν απόλυτα αχρείαστες. Το μόνο που κατάφερναν να δημιουργήσουν ήταν ένας εθισμός για τον αστρολόγο, του οποίου οι δηλώσεις λειτουργούσαν σαν μια υπόσχεση ελέγχου των εν λόγω γεγονότων. Παρόλα αυτά, κανένας αστρολόγος δεν μπορούσε με ακρίβεια να προβλέψει τα γεγονότα του μέλλοντος, υπό ποίες συνθήκες θα εκδηλώνονταν ή με ποιο τρόπο θα επηρέαζαν τον ενδιαφερόμενο. Τέτοιες προβλέψεις είχαν ιδιαίτερες ελλείψεις ως προς τη σημασία και τη σκοπιμότητα του περιστατικού, πέρα από τις άμεσες επιδράσεις του. Ποια ήταν η σχέση του περιστατικού με το συνειδητό του ατόμου που το βιώνει; Τι ευκαιρίες προέκυπταν για αυτογνωσία και ανάπτυξη;

Οι περιγραφές χαρακτήρων που έδιναν οι παραδοσιακοί αστρολόγοι περιορίζονταν σε επιφανειακές προσεγγίσεις χαρακτηριστικών, βεβαρημένες με ηθικές διδαχές και ανειλικρινείς συμβουλές. Στην καλύτερη περίπτωση ο αστρολόγος επιβεβαίωνε τα ένστικτα του ενδιαφερόμενου και στη χειρότερη, τον μπέρδευε ή τον αναστάτωνε με επιφανειακές, επικριτικές, αρνητικές, χωρίς καμία ευαισθησία, ή ακόμα και λανθασμένες ερμηνείες. Η προσπάθεια προσέγγισης βαθύτερων διαστάσεων του χάρτη, με προσοχή σε ασυνείδητες πεποιθήσεις και θεμελιώδη ένστικτα που κρύβονται πίσω από τις επιφανειακές συμπεριφορές, ήταν ελάχιστη έως ανύπαρκτη. Θεωρούσαν ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου ήταν είτε στατικός και αμετάβλητος, είτε εύκολα προσαρμοζόμενος ακολουθώντας τις κοσμικές γνώσεις ενός αστρολόγου. Τέτοιες υποθέσεις φαντάζουν αφελής από την πλευρά της μοντέρνας αναλυτικής ψυχολογίας. Στις μέρες μας αναγνωρίζουμε ότι παρόλο που η αλλαγή του έμφυτου χαρακτήρα είναι ιδιαίτερα δύσκολη, είναι όμως εφικτή μέσω σκληρής δουλειάς, επιμονής και θάρρους.

Ο Ελβετός ψυχαναλυτής Καρλ Γιούγκ ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε την τεράστια δυναμική της αστρολογίας σαν ένα εργαλείο εξερεύνησης της ανθρώπινης ψυχής. Σε διάφορα κείμενά του, ο Γιούγκ αναφέρθηκε στη βαθιά εκτίμησή του για την αστρολογία. Ισχυρίστηκε ότι η αστρολογία μπορεί να συμβάλει αρκετά στη ψυχολογία και παραδέχτηκε ότι τη χρησιμοποίησε σε κάποιο βαθμό κατά τη ψυχολογική ανάλυση πελατών του. Σε περιπτώσεις δύσκολων ψυχολογικών καταστάσεων, ο Γιούγκ συμβουλευόταν την αστρολογία ούτως ώστε να εξετάσει ακόμα μία πλευρά, από μια εντελώς διαφορετική γωνία. «Οφείλω να ομολογήσω» είπε ο Γιούγκ «ότι σε αρκετές περιπτώσεις παρατήρησα ότι τα αστρολογικά δεδομένα αποσαφήνιζαν ορισμένα στοιχεία που διαφορετικά δεν θα μπορούσα να αντιληφθώ» (1948).

Ο Γιούγκ αντιμετώπιζε τους πλανήτες και τα ζώδια σαν σύμβολα αρχέτυπων διαδικασιών που είχαν τις ρίζες τους στο συλλογικό ασυνείδητο. Αυτά τα αρχέτυπα αναφέρονταν στις καθολικές αρχές οργάνωσης που αποτελούσαν τη βάση και λειτουργούσαν σαν κίνητρα της ψυχολογικής ζωής, τόσο για το άτομο όσο και για το σύνολο. Από την άλλη, η μυθολογία τόνιζε την κατά καιρούς πολιτιστική έκφραση των αρχέτυπων για την κατανόηση των ψυχολογικών κινήτρων των ανθρώπων. Όπως το έθεσε ο Γιούγκ, «η αστρολογία, όπως και το συλλογικό ασυνείδητο με το οποίο ασχολείται η ψυχολογία, αποτελείται από συμβολικές διαμορφώσεις: οι πλανήτες είναι οι θεοί, σύμβολα της δύναμης του ασυνείδητου.» Οι θεοί στη μυθολογία αντιπροσώπευαν τις ζωντανές δυνάμεις του σύμπαντος που ευθύνονται για το σχεδιασμό όλων των πραγμάτων. Όπως και στα κείμενα του Πλάτωνα, ένα αρχέτυπο είχε διπλή ιδιότητα: ήταν υποκειμενικό, αλλά και αντικειμενικό. Αυτό ήταν προφανές τόσο στις έμφυτες ιδέες του ανθρώπινου συνειδητού, όσο και στις βασικές διαδικασίες της φύσης, αφού αποτελεί πληροφοριοδότη όχι μόνο της ανθρώπινης εμπειρίας αλλά και των πλανητικών κινήσεων.

Ήταν ακριβώς αυτή η διπλή ιδιότητα του αρχέτυπου που υποβοήθησε το χάρτη να γεφυρώσει τον εσωτερικό χαρακτήρα με τα εξωτερικά γεγονότα τα οποία αντανακλούσαν αυτό το χαρακτήρα. Ο Γιούγκ έγραψε: «Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις εντυπωσιακών αναλογιών μεταξύ αστρολογικών αστερισμών και ψυχολογικών καταστάσεων ή μεταξύ του ωροσκοπίου και της σύνθεσης του χαρακτήρα» (1976). Τα αρχέτυπα, συνέχισε, ήταν ψυχοπλαστικά, με άλλα λόγια διαμόρφωναν την ύλη αλλά και το πνεύμα. Μία αστρολογική διαμόρφωση προσδιόριζε την έμφυτη διάθεση του ατόμου, αλλά και τις συγκεκριμένες εξωτερικές καταστάσεις που πιθανών να βίωνε το άτομο στο μέλλον. Σε μια συνέντευξή του το 1954, ο Γιούγκ δήλωσε: «Μπορεί κάποιος να αναμένει με αρκετή βεβαιότητα ότι μία δεδομένη, καλά προσδιορισμένη ψυχολογική κατάσταση θα συνοδεύεται με μία ανάλογη αστρολογική διαμόρφωση

Ο Γιούγκ αναγνώρισε ότι η μοναδική και ασύγκριτη ικανότητα της αστρολογίας να αποκαλύπτει συσχετισμούς μεταξύ πλανητικών κινήσεων και ανθρώπινων εμπειριών, την έκανε επίσης μία μέθοδο ακριβείας για την πρόβλεψη προσωπικών κρίσεων: «Έχω παρατηρήσει ότι σε πολλές περιπτώσεις μία προσδιορισμένη ψυχολογική κατάσταση ή ένα ανάλογο γεγονός, συνοδεύεται πάντα από μία πλανητική μετάβαση – συγκεκριμένα, τα πλήγματα του Κρόνου και του Ουρανού» (1954).

Η παρατήρηση του Γιούγκ σχετικά με το συσχετισμό ψυχολογικών φαινομένων και αστρολογικών δεδομένων, συνέβαλε στη διαμόρφωση της θεωρίας περί συγχρονισμού. Εξήγησε το συγχρονισμό σαν «μία συγκεκριμένη ψυχική κατάσταση που συμβαίνει την ίδια στιγμή με ένα ή περισσότερα εξωτερικά γεγονότα, τα οποία παρουσιάζονται ως σημαντικοί παράλληλοι της στιγμιαίας υποκειμενικής κατάστασης» (1955, σελ. 36). Έτσι, ο Γιούγκ δεν δίστασε να λάβει υπόψη του τα φαινόμενα συγχρονισμού που παρουσιάζονται στην αστρολογία. Σκέφτηκε ότι η αστρολογία λειτουργούσε λόγω του συγχρονισμού, δηλαδή η ψυχική δομή του ατόμου που γεννιέται ήταν ‘ουσιαστικά παραλληλισμένη’ με τις πλανητικές θέσεις εκείνης της στιγμής.

Στην προσπάθειά του να εξετάσει την υπόθεση του συγχρονισμού, ο Γιούγκ έκανε ένα αστρολογικό πείραμα στο οποίο συσχέτισε τις πλανητικές διατάξεις, ή άλλα δεδομένα, με τους χάρτες νυμφευμένων συντρόφων. Υπέθεσε ότι ορισμένα δεδομένα θα παρουσιάζονταν πιο συχνά στους χάρτες των συντρόφων, παρά σε χάρτες ατόμων που δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους. Είπε ο Γιούγκ: «Η ουσιαστική σύμπτωση που αναζητούμε βρίσκεται άμεσα στην αστρολογία, αφού τα αστρολογικά δεδομένα … αντιστοιχούν στα προσωπικά χαρακτηριστικά του ατόμου και από τους πανάρχαιους χρόνους οι πλανήτες, οι οίκοι, τα ζωδιακά σύμβολα και σημεία, διαθέτουν όλα έννοιες που δημιουργούν μία βάση για τη μελέτη του χαρακτήρα» (1955, σελ. 43-4).

Παρόλο που ο Γιούγκ δεν ανέπτυξε ποτέ μία συστηματική θεωρία της αστρολογίας, φαίνεται ότι η δική του θεωρία περί αναλυτικής ψυχολογίας ήταν ιδιαίτερα επηρεασμένη από την αστρολογία. Υπάρχουν τόσοι παράλληλοι, που μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι τουλάχιστον κάποιες από τις σημαντικές θεωρίες του αντλήθηκαν κατευθείαν από την αστρολογία. Πέρα από τη ξεκάθαρη θεώρηση των πλανητών σαν αρχέτυπα και τη θεωρία του συγχρονισμού σαν μέσο επεξήγησης αστρολογικών συμπτώσεων, η ιδέα του Γιούγκ για την ύπαρξη δύο τύπων συμπεριφοράς – εξωστρεφής και εσωστρεφής – αναγνωρίζεται από τους αστρολόγους ως ο διπολικός διαχωρισμός των ζωδίων σε δύο διαιρέσεις: θετικά / αρσενικά (εξωστρεφή) και αρνητικά / θηλυκά (εσωστρεφή) ζώδια. Αντίστοιχα, οι τέσσερις τύποι λειτουργίας του Γιούγκ – διαίσθηση, αίσθηση, σκέψη και αίσθημα – σχεδόν παραλληλίζονται στην αστρολογία με τα τέσσερα στοιχεία – φωτιά, γη, αέρας και νερό.

Πέρα από αυτές τις αναλογίες, υπάρχουν περαιτέρω συσχετισμοί που εξερευνήθηκαν από τους αστρολόγους. Αυτοί περιλαμβάνουν τα εξής: εγώ / Ήλιος, προσωπικότητα / Ωροσκόπος, σκιά / Πλούτωνας, άνιμα / Άρης και συλλογικό ασυνείδητο / Ποσειδώνας. Οι αστρολόγοι παρατήρησαν ότι οι δύσκολες αστρολογικές διατάξεις, ειδικά εκείνες που περιλαμβάνουν στοιχεία των εξωτερικών πλανητών στον Ερμή, την Αφροδίτη, τον Άρη, τη Σελήνη ή τον Ήλιο, αντιπροσωπεύουν δύσκολα σημεία στην προσωπικότητα, παρόμοια με αυτά που ο Γιούγκ περιέγραψε σαν ψυχικά συμπλέγματα, συναισθηματικά φορτισμένες μνήμες, εικόνες και σκέψεις συγκεντρωμένες σε ένα κεντρικό πυρήνα.

Στη δεκαετία του 1930 ο Dane Rudhyar άρχισε να αναδιατυπώνει τη μοντέρνα αστρολογία σε σχέση με την αναλυτική ψυχολογία του Γιούγκ. Εστίασε ιδιαίτερα την προσοχή του στη θεωρία του Γιούγκ κατά την οποία η ψυχή είναι μία δυναμική σύνθεση αντίθετων στοιχείων σε ισορροπία και ότι η ψυχή διαθέτει ουσιαστικά κίνητρα ανάπτυξης προς την κατεύθυνση της ψυχικής ολότητας, μία διαδικασία που ο Γιούγκ αποκαλούσε ατομικοποίηση. Ο Γιούγκ πίστευε ότι η διαδικασία της μετατροπής της προσωπικότητας είναι έμφυτη ή τελεολογικά υποκινημένη. Η προσωπικότητα δεν είναι απλά το προϊόν εξωγενών παραγόντων, αλλά μία στοχοθετημένη και επίπονη προσπάθεια αυτοπραγμάτωσης. Καθώς το άτομο μαθαίνει μέσα από αυτοδημιούργητες εμπειρίες, η αρχέτυπη δομή της ψυχής διακρίνεται σταδιακά, ενσωματώνεται και ολοκληρώνεται. Ο Rudhyar (1936) αναγνώρισε ότι αυτές οι ιδέες ήταν εύκολα προσαρμόσιμες στην αστρολογία. Επίσης, ο χάρτης ήταν μία δυναμική σύνθεση αντίθετων στοιχείων (συμβόλων) σε ισορροπία. Επιπλέον, τα διάφορα μέρη της αστρολογίας με τα αμέτρητα σημεία και συσχετισμούς, ήταν συμβολικά των αρχέτυπων δυνάμεων που μάχονται να μετατραπούν σε ένα ολοκληρωμένο σύνολο. Ο Rudhyar αντιλήφθηκε ότι η διαδικασία της ατομικοποίησης ήταν απόλυτη σε κάθε ωροσκόπιο.

Μέχρι τη δεκαετία του 1960 η μελέτη του Rudhyar για την αναδιαμόρφωση της αστρολογίας δέχτηκε νέα ώθηση από την ανθρωποκεντρική σχολή. Η ανθρωποκεντρική ψυχολογία, όπως αποδίδεται στα γραπτά των Abraham Maslow, Carl Rogers, Rollo May και άλλων, αναπτύχθηκε σε αντίδραση στην εκ φύσεως ψυχρή απαισιοδοξία της Φροϋδικής ψυχαναλυτικής σχολής και της ρομποτικής άποψης της ανθρώπινης δυναμικής στην οποία αναφέρεται η συμπεριφορική σχολή. Και οι δύο σχολές ήσαν κάθετες στην αντιμετώπιση της προσωπικότητας και τη θεωρούσαν το αποτέλεσμα εξωγενών ως προς το άτομο λόγων, π.χ. η γενετική, οι γονείς, οι περιβαλλοντικές συνθήκες κ.λπ. Οι ανθρωποκεντρικοί ψυχολόγοι αντιμετώπισαν αυτή τη τάση με την ανάπτυξη μοντέλων τα οποία μπορούσαν να εξηγήσουν την εμφανή σκοπιμότητα και αναζήτηση ανάπτυξης στην ανθρώπινη συμπεριφορά.

Η ψυχαναλυτική σχολή παρουσιάζει το άτομο παγιδευμένο σε μια ατέρμονη μάχη μεταξύ των ενστίκτων και του περιοριστικού κοινωνικού περίγυρου, ενώ η συμπεριφορική σχολή διαχωρίζει το άτομο σε μία πλειάδα ελεγχόμενων συμπεριφορών οι οποίες παρατηρούνται από μακριά, π.χ. από ένα εξωτερικό παρατηρητήριο. Από την άλλη, η ανθρωποκεντρική σχολή θεωρεί το άτομο ως ένα ενοποιημένο οργανισμό, φτιαγμένο από αυτόνομα κίνητρα και ενέργειες που μπορούν να διαχωριστούν μεταξύ τους και να ενσωματωθούν σε ένα λειτουργικό σύνολο, μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του.

Οι ανθρωποκεντρικοί ψυχολόγοι προκάλεσαν τη Φροϋδική σχολή θέτοντας την υπόθεση ότι τα ένστικτα δεν είναι επικίνδυνες δυνάμεις που εκρήγνυνται από το πρωτόγονο εαυτό (id), αλλά υγιείς παρορμήσεις οι οποίες θα έπρεπε να τις εκτιμούμε και να τις εμπιστευόμαστε. Το άτομο θεωρούνταν ως ένας δημιουργικός, ολοκληρωμένος, αυτοκαθορισμένος οργανισμός, ικανός να παίρνει υπεύθυνες αποφάσεις και να αναπτύσσεται σταδιακά προς ένα ιδανικό στάδιο. Αντίθετα με τους συμπεριφορικούς που παρέβλεπαν τον εσωτερικό κόσμο του συνειδητού, οι ανθρωποκεντρικοί έδιναν έμφαση στο απαραβίαστο του υποκειμενικού στοιχείου. Ενώ οι συμπεριφορικοί ισχυρίζονταν ότι η συμπεριφορά είναι απόλυτα ελεγχόμενη από εξωτερικούς παράγοντες, οι ανθρωποκεντρικοί εστίασαν την προσοχή τους στη σημασία της πρόθεσης, σαν μία εσωτερική αιτία συμπεριφοράς. Από τη μια, οι συμπεριφορικοί ασχολούνταν με τον τρόπο ελέγχου και χειρισμού της συμπεριφοράς, ενώ από την άλλη, οι ανθρωποκεντρικοί τόνιζαν την ικανότητα του ατόμου για προσωπική ελευθερία και επιλογή. Εν συνόψει, το κεντρικό σημείο για τους ανθρωποκεντρικούς ψυχολόγους δεν ήταν το εξωτερικό περιβάλλον, αλλά το εσωτερικό πεδίο αντιλήψεων, αξιών, σκέψεων, πιστεύω, στάσεων ζωής, προσδοκιών, αναγκών, αισθημάτων και αισθήσεων του ατόμου.

Ο Rudhyar αναγνώρισε πρώτος την αλληλοσυμπλήρωση της αστρολογίας και της ανθρωποκεντρικής ψυχολογίας. Βάσει τούτου, ο χάρτης μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν ένα εργαλείο χαρτογράφησης του σύνθετου εσωτερικού κόσμου, τον οποίο οι ανθρωποκεντρικοί άρχισαν να εξερευνούν. Όπως η ανθρωποκεντρική ψυχολογία ήταν μία αντίδραση στον ενυπάρχων καθορισμό στη ψυχανάλυση και το συμπεριφορισμό, έτσι και η ανθρωποκεντρική ψυχολογία ήταν μία αντίδραση στον ενυπάρχων καθορισμό της παραδοσιακής, γεγονοκεντρικής αστρολογίας. Δανειζόμενος από το κείμενο του Carl Roger (1951) «Πελατοκεντρική Θεραπεία» (Client-Centered Therapy), ο Rudhyar (1972) ανέπτυξε την «Ατομοκεντρική Αστρολογία» (Person-Centered Astrology). Ο Rudhyar δεν ενδιαφερόταν τόσο για το κατά πόσο λειτουργεί η αστρολογία, αλλά για το πώς μπορούσε να αξιοποιηθεί σαν βοήθημα για την αυτοπραγμάτωση του ατόμου. Το ερώτημα όμως ήταν: εάν η αστρολογία όντως λειτουργεί, ποια είναι η σωστή χρήση της;

Το 1969 ο Rudhyar ίδρυσε τη Διεθνή Επιτροπή Ανθρωποκεντρικής Αστρολογίας και ισχυρίστηκε ότι πρωταρχικά η αστρολογία ήταν, ή έπρεπε να είναι, μία τεχνική για την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Επέκρινε τον απόλυτο καθορισμό της προβλεπτικής αστρολογίας και εστίασε την προσοχή του στη δυνατότητα της αστρολογίας να αποτελεί μία συμβολική γλώσσα. Αντί να δει τους πλανήτες σαν πομπούς φυσικής επιρροής, ο Rudhyar τους αντιμετώπισε σαν συμβολισμούς των ανθρώπινων λειτουργιών. Με τη μορφή μίας ψυχολογικής γλώσσας και ενός διαγνωστικού εργαλείου, η αστρολογία μπορούσε να εξυπηρετήσει σαν ένας οδηγός για την ολοκλήρωση και τη αναδιαμόρφωση της προσωπικότητας. Η προσέγγιση του Rudhyar ήταν ‘ατομοκεντρική’ με το σκεπτικό ότι ο κάθε γενέθλιος χάρτης ήταν μοναδικός. Ένα ωροσκόπιο αντιπροσώπευε το συνολικό δυναμικό του ατόμου στο οποίο κανένας πλανήτης δεν ήταν ‘καλός’ ή ‘κακός’, αλλά κάθε στοιχείο αποτελούσε μέρος ενός οργανικού συνόλου. Τα γεγονότα δεν ερμηνεύονταν σαν μεμονωμένα περιστατικά με τυχερά ή άτυχα αποτελέσματα, αλλά σαν σκόπιμες, στιγμιαίες εκδηλώσεις αναπτυξιακών κύκλων. Ένα γεγονός αποκόμιζε τη σημασία του από το σημείο το οποίο αντιπροσώπευε σε ένα συγκεκριμένο πλανητικό κύκλο και συνέβαλλε σε μία συνεχόμενη διαδικασία ανάπτυξης που οδηγεί σταθερά προς την αυτοπραγμάτωση.

Στη δεκαετία του 1970, αστρολόγοι όπως τους Ziporah Dobyns, Richard Idemon, Stephen Arroyo, Robert Hand, κ.ά., καταπιάστηκαν με την ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Αστρολόγοι αυτής της σχολής ισχυρίστηκαν ότι δεν υπάρχει κάποιος απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ ανθρώπινου και θεϊκού. Αντίθετα, άνθρωποι και πλανήτες μπλέκονται στον ίδιο ιστό ύπαρξης. Κάθε άτομο αποτελεί μία εστία και ένα κανάλι υπερφυσικών ενεργειών που διεισδύουν ολόκληρο το σύμπαν. Το συνειδητό, και όχι η ύλη, είναι η πρωταρχική πραγματικότητα του Σύμπαντος. Καθώς η ανθρώπινη ψυχή είναι ενσωματωμένη και αποτελεί μέρος της Ψυχής του Σύμπαντος, συμμετέχει στη δημιουργική δύναμη αυτού του κυρίαρχου Συνειδητού. Η ψυχή είναι δεσμευμένη και εμψυχωμένη με τους νόμους και τις διαμορφωμένες αρχές της Μίας Ύπαρξης, της οποίας όλες οι κατώτερες υπάρξεις αποτελούν μέρος. Καθώς οι καθολικοί νόμοι της Απόλυτης Ύπαρξης δεν μπορούν να παραβιαστούν, το άτομο διαθέτει ελευθερία και αυτοδιάθεση εντός των ορίων αυτών των νόμων.

Ο Rudhyar υποστήριξε ότι κάθε άνθρωπος γεννιέται σε ανταπόκριση μίας ανάγκης του Σύμπαντος, σε μία συγκεκριμένη στιγμή και σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Σαν επακόλουθο, ο γενέθλιος χάρτης αντιπροσωπεύει τη λύση σε αυτή την ανάγκη. Με άλλα λόγια, ο χάρτης αποκαλύπτει το σκοπό της ζωής και το κλειδί του πεπρωμένου, ή αλλιώς το ωροσκόπιο είναι ένα σχεδιάγραμμα της πορείας ανάπτυξης του κάθε ατόμου. Όπως ένα κουτί με σπόρους παρουσιάζει μία εικόνα του φυτού μετά την ανάπτυξη των σπόρων, έτσι και το ωροσκόπιο συμβολίζει τη μελλοντική εξέλιξη του ατόμου. Από αυτή την άποψη, οτιδήποτε συμβεί κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής έχει το σκοπό του, και αυτός ο σκοπός είναι ο στόχος του συνόλου των ενεργειών μέσω του ατόμου. Συχνά, αυτό το σύνολο αναφέρεται ως ο πυρήνας Εαυτός, η επίμονη θεότητα που είναι ριζωμένη σε ένα ζωντανό και αποφασιστικό σύμπαν. Το ερώτημα τώρα δεν είναι τί θα συμβεί, αλλά ποια είναι η σημασία του γεγονότος. Ο Rudhyar είπε ότι η αστρολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν ένα είδος καρμικής γιόγκα, όπου οτιδήποτε συμβαίνει συνδέεται ανάλογα με το ποιο είναι το άτομο και πως θα καταλήξει. Έτσι, ο ανθρωποκεντρικός αστρολόγος δεν πρέπει να ασχολείται με τα γεγονότα καθαυτό, αλλά μόνο με την αντίδραση ή τη σημασία που τους δίνει ο πελάτης. «Δεν είναι τα προβλεπόμενα γεγονότα που έχουν την ουσία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τα χειρίζεται το κάθε άτομο για την ανάπτυξη και την αυτοπραγμάτωσή του.» (1972, σελ. 54)

Ο γενέθλιος χάρτης έχει το εξής πλεονέκτημα: παρουσιάζει το άτομο σαν ένα σύνολο και έτσι μας παρέχει ένα τρόπο κατανόησης του πως κάποιες εσωτερικές διαμάχες μπορούν να καταλήξουν σε διάσπαση της προσωπικότητας και την εξωτερικοποίηση της διαμάχης. Τα άτομα διχάζονται και αρνούνται κάποια μέρη του εαυτού τους, όταν η ανάγκη για έκφραση αυτών των μερών συναντούν τον πόνο και την απογοήτευση. Διάφορες λειτουργίες καταστέλλονται και προεξέχουν και με αυτό τον τρόπο το άτομο μειώνει μέρος των δυνατοτήτων του. Ολοκληρωμένες λειτουργίες συναντώνται συνήθως στο εξωτερικό περιβάλλον, διαμέσου του κόσμου και των καταστάσεων που ελκύει το άτομο. Οι εμπειρίες που το άτομο βιώνει ως προβληματικές, παρουσιάζονται στο χάρτη σαν μία όψη της ψυχής του. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το ωροσκόπιο υποδεικνύει τις λειτουργίες που έχουν κατασταλεί και κάτω από ποιες συνθήκες (οίκους) είναι πιθανόν να αντιμετωπιστούν.

Παρόλο που ο γενέθλιος χάρτης αποτελεί εργαλείο ενόρασης των εσωτερικών συγκρούσεων του πελάτη, οι διαμετακομίσεις και πρόοδοι είναι τα στοιχεία που μας υποδεικνύουν τη στιγμή κατά την οποία θα γιατρευτούν αυτές οι εσωτερικές συγκρούσεις. Οι πλανητικές κινήσεις αποτελούν ένδειξη της φύσης, της σημασίας και της διάρκειας διαφόρων αναπτυξιακών περιόδων, κάθε μία από τις οποίες παρουσιάζει τις δικές της προκλήσεις και ευκαιρίες. Ενώ οι διαμετακομίσεις μπορούν να συσχετιστούν με τα εξωτερικά γεγονότα που φαίνονται να καταπιέζουν το άτομο, η αστρολογία εισηγείται ότι αυτά τα γεγονότα αποτελούν τις ταυτόχρονες εξωτερικές εκδηλώσεις των εσωτερικών αλλαγών. Με άλλα λόγια, περιβάλλον και ψυχή αλληλοαντανακλούνται. Τα εξωτερικά γεγονότα είναι μόνο το έναυσμα ή το κίνητρο για την προώθηση της εσωτερικής ψυχολογικής ανάπτυξης. Από αυτή την πλευρά, οι διαμετακομίσεις αποκαλύπτουν αυτές τις όψεις της φύσης του ατόμου που είναι συνειδητά έτοιμες να ενσωματωθούν, να εξερευνηθούν ή να μεταβληθούν.

Η επαναφορά ενός διχασμένου μέρους καταλήγει συνήθως σε κάποια κρίση, αφού για να επιτευχθεί θα πρέπει μια παλιά σειρά πραγμάτων να παραχωρήσει τη θέση της σε μία νέα, πιο περιεκτική. Κατά τον Rudhyar (1975),

  • ο ανθρωποκεντρικός αστρολόγος καλωσορίζει μία κρίση ως μία ένδειξη ανάπτυξης. Προσπαθεί να βοηθήσει τον πελάτη να αναπροσδιορίσει τον εαυτό του ως προς τις αιτίες της κρίσης, να επανεκτιμήσει τους στόχους αλλά και τα κίνητρά του, να αποδεχτεί την κατάσταση με μία νέα ολιστική προσέγγιση… που θα τον οδηγήσει σε αρμονία, εσωτερική γαλήνη, γνώση και ευσπλαχνία (σελ. 56-7).

Ως εκ τούτου, η αξία της αστρολογίας δεν έγκειται στη δύναμή της να προβλέπει τι επιφυλάσσουν οι θεοί για τους ανθρώπους, αλλά στην ικανότητά της να αποκαλύπτει τις θεϊκές δυνατότητες που υπάρχουν στα βάθη της ψυχής κάθε ανθρώπου. Κατά τον ίδιο τρόπο, το σημείο στο οποίο εστιάζει η ανθρωποκεντρική αστρολογία είναι εσωστρεφές και όχι αντίθετα, και οι οποιεσδήποτε ερμηνείες δίνονται σε σχέση με την προσωπική ανάπτυξη και ολοκλήρωση. Με άλλα λόγια, ο στόχος είναι να βοηθηθεί ο πελάτης στο να αντιληφθεί ο πελάτης στο να αντιληφθεί τις δυνατότητές του μέσω του συμβολισμού του ωροσκοπίου. Για παράδειγμα, όταν στο χάρτη ο Κρόνος αντιτάσσεται στην Αφροδίτη, αυτό δεν υποδεικνύει μόνο ‘ατυχία στον έρωτα’, αλλά και τη δυνατότητα για βαθιά αγάπη, με διάρκεια και υπευθυνότητα, καθώς και υπομονή και επιμονή για την υπερνίκηση εμποδίων. Ενώ η πραγματοποίηση αυτής της δυνατότητας μπορεί να απαιτεί ταλαιπωρία και δοκιμασίες, η πρόγνωση απλά και μόνο αυτών των δυσκολιών, χωρίς κατανόηση των θετικών στοιχείων της εν λόγω δυνατότητας, θα ήταν κοντόφθαλμη και καταστροφική. Ο Dobyns (1973) το έθεσε κατ’ αυτό τον τρόπο:

  • «Το να λέμε στον κόσμο ότι είναι η μοίρα τους να βιώσουν κάποια συγκεκριμένα αρνητικά γεγονότα μπορεί να αποδειχτεί πολύ καταστροφικό. Η εν λόγω άποψη υποστηρίζει ότι ο χαρακτήρας είναι το πεπρωμένο και ότι στην περίπτωση που αλλάξουμε το χαρακτήρα μας (συνήθειες, αξίες και ενέργειες), μπορούμε να αλλάξουμε έτσι και το μέλλον. Με την αυτογνωσία μπορούμε να ξεπεράσουμε διαμάχες, να υπερβούμε αδυναμίες, να αναπτύξουμε ταλέντα και να βαδίσουμε προς μία ισορροπία. Όπως το θέτει η ανθρωποκεντρική ψυχολογία, μπορούμε να επιτύχουμε την ολοκλήρωση και την υπέρβαση του εαυτού μας» (σελ. 2).

Σε πολλά σημεία η ανθρωποκεντρική αστρολογία αντιπροσωπεύει μία αυθεντική προαγωγή στη θεωρία της ανθρωποκεντρικής ψυχολογίας. Τόσο η σχολή του Γιούγκ όσο και η ανθρωποκεντρική σχολή, έχουν δεχτεί κριτική για την έλλειψη ακρίβειας στην περιγραφή της εσωτερικής φύσης του ανθρώπου. Οι αναφορές σε αρχέτυπα, ικανότητες, λειτουργίες, ένστικτα κ.λπ. τείνουν να είναι ασαφείς και υποθετικές, χωρίς ισχυρές υποδείξεις ως προς τη συστηματική περιγραφή της δομής της ψυχής. Η ανθρωποκεντρική ψυχολογία αποτελεί μάλλον μια σειρά τάσεων ως προς το άτομο, παρά μια χρήσιμη θεωρία της προσωπικότητας και της ανθρώπινης ανάπτυξης. Η αστρολογία, από την άλλη, παρέχει αντικειμενικούς προβλεπόμενους συσχετισμούς για τη δομή και τη δυναμική της ψυχής, καθώς και προσδιορισμούς ως προς την πιθανή πορεία ανάπτυξής της. Για παράδειγμα, το άτομο του οποίου ο χάρτης παρουσιάζει τον Κρόνο να αντιτάσσεται στην Αφροδίτη, μπορεί σταδιακά να αλλάξει από μια αρνητική, ανήσυχη στάση σε μία σχέση π.χ. ‘θα αντισταθώ στον έλεγχο του αυταρχικού συντρόφου μου’, σε μία υπεύθυνη και πιστή δέσμευση. Μια τέτοια αλλαγή θα καθρέφτιζε μια πιο ώριμη, ρεαλιστική στάση προς τη σχέση π.χ. ‘ένας καλός γάμος προϋποθέτει υπομονή, ταπεινοφροσύνη και σκληρή δουλειά’, ενώ εξακολουθεί να υφίσταται η αστρολογική έννοια της θέσης των προαναφερθέντων πλανητών.

Η αστροθεραπεία είναι ουσιαστικά η εφαρμογή αστρολογικών εννοιών σε κλινική πρακτική. Η αστρολογία είναι μία θεωρία της προσωπικότητας, αλλά και ένα διαγνωστικό εργαλείο. Παρουσιάζει ένα σύνθετο και πολύπλευρο μοντέλο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όπου η ψυχή αποτελεί ένα οικοδόμημα ιεραρχίας αποτελούμενο από αρχέτυπες ανάγκες, γνωστικές δομές, αναπτυσσόμενες ιδέες και συμπεριφορές και αντίστοιχα γεγονότα. Είναι επίσης ένας ισχυρός και ευέλικτος μηχανισμός εκτίμησης, που επιτρέπει σε αυτόν που τον χειρίζεται να διακρίνει στοιχεία διαμορφωτικών εμπειριών στην παιδική ηλικία, να αποκτήσει ενόραση στην ουσία πρόσφατων γεγονότων και να στοχεύσει σε περιόδους μελλοντικής ανάπτυξης. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή, γεγονοκεντρική αστρολογία, η αστροθεραπεία δεν ασχολείται με επιφανειακές περιγραφές χαρακτηριστικών ή την πρόβλεψη γεγονότων. Μάλλον χρησιμοποιεί την αστρολογία για να καλλιεργήσει μια βαθιά κατανόηση του εσωτερικού κόσμου του πελάτη και να ενισχύσει έτσι τη δυνατότητα του θεραπευτή να χειριστεί αποτελεσματικά το όποιο ψυχολογικό πρόβλημα, να προσαρμόσει ή να αφαιρέσει υφιστάμενα συμπτώματα και να προωθήσει μία θετική ανάπτυξη και ολοκλήρωση της προσωπικότητας.

Το ακόλουθο άρθρο είναι απόσπασμα από το κεφάλαιο «Αστροθεραπεία: Εισαγωγή στη Θεωρία και την Πρακτική» του βιβλίου «Δοκίμια Ψυχολογικής Αστρολογίας»

* * * * *

Αναφορές

  • Dobyns, Z. (1973). The astrologer’s casebook. Los Angeles: TIA Publications.
  • Jung, C. (1948). Letter to Professor B.V. Raman. American Astrology, June, 1948.
  • Jung, C. (1954). Interview with Andre Barbault. Astrologie Moderne, May 26, 1954.
  • Jung, C. (1955). Synchronicity: An acausal connecting principle. In C. Jung & W. Pauli, The Interpretation of nature and psyche (pp. 1-146). New York: Pantheon.
  • Jung, C. (1962). Commentary. In R. Wilhelm (Trans. & Ed.), The secret of the golden flower. New York: Harcourt, Brace, & World.
  • Jung, C. (1976). C.G. Jung: Letter (Volume II). Edited by G. Adler and A. Jaffe (R.F.C. Hull, trans.). London: Routledge and Keagan Paul.
  • Rudhyar, D. (1936). The Astrology of Personality. Garden City, New York: Doubleday & Company.
  • Rudhyar, D. (1972). Person Centered Astrology. Lakemont, GA: CSA Press.
  • Rudhyar, D. (1975). From humanistic to transpersonal astrology. Palo Alto, CA: The Seed Center.

 

Συγγραφέας: Glenn Perry, Ph.D.
Πρωτύτυπος τίτλος: The Birth of Psychological Astrology
Πηγή: The Birth of Psychological Astrology
 (κατόπιν έγγραφης άδειας του Συγγραφέα).

Μετάφραση – Απόδοση: Έλενα Μηνά

Σχολιάστε

σχόλια