Hans J. Eysenck (1916-1997)

0

Ο καθηγητής Χανς Γιούργκεν ΆΙζενκ (Hans Jürgen Eysenk), ο οποίος κατά μια άποψη είναι ο ψυχολόγος που άσκησε τη σημαντικότερη επίδραση στην εποχή του, πέθανε στις 4 Σεπτεμβρίου 1997 σε ηλικία 81 ετών, μετά από μακρόχρονη ασθένεια.

Υπήρξε για περισσότερα από τριάντα χρόνια καθηγητής Ψυχολογίας στο Ψυχιατρικό Ινστιτούτο του Λονδίνου. Προκάλεσε, άθελά του, σφοδρές αντιδικίες και αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους τιτλοφόρησε την αυτοβιογραφία του “Επαναστάτης με Αιτία” (Rebel with a Cause) (1990).

Υποστήριξε ότι η ψυχοθεραπεία όταν πρόκειται για την αντιμετώπιση νευρώσεων έχει τα ίδια αποτελέσματα με την παντελή έλλειψη ψυχοθεραπείας. Απέρριψε τις θεωρίες περί υποσυνειδήτου, στρέφοντας την προσοχή του στο ρόλο της εκμάθησης. Υποστήριξε ότι το κάπνισμα δεν προκαλεί υποχρεωτικά καρκίνο των πνευμόνων από μόνο του αλλά σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, όπως η προσωπικότητα. Διαφώνησε με τα πορίσματα των μελετών του Άρθουρ Γιένσεν όσον αφορά την κληρονομική ευφυΐα σε συνάρτηση με τις φυλετικές διαφορές. Υποστήριξε τα συμπεράσματα του Γκωκλέν ότι οι πλανητικές θέσεις σχετίζονται με την προσωπικότητα διακεκριμένων επαγγελματιών. Σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις (θα μπορούσαν να αναφερθούν πολύ περισσότερες) υιοθέτησε θέσεις που οι αντίπαλοί του θεώρησαν εξωφρενικές.

Ο Άιζενκ γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1916 από προικισμένους ηθοποιούς γονείς. Ο πατέρας του ειδικεύονταν στην κωμωδία και η μητέρα του στο βωβό κινηματογράφο. Όταν ήταν 2 χρονών οι γονείς του χώρισαν αφήνοντάς τον στις φροντίδες της γιαγιάς του. Στα 18 του εγκαταλείπει τη Γερμανία επειδή η είσοδος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είχε ως προϋπόθεση την εγγραφή στο ναζιστικό κόμμα, κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε να κάνει. Αρχικά πήγε στη Γαλλία, όπου σπούδασε ιστορία και λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Ντιζόν. Δεδομένου, όμως, ότι προτιμούσε την αγγλική ποίηση και λογοτεχνία από τη γαλλική, πήγε στην Αγγλία, όπου άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα φυσικής και αστρονομίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.
Από λάθος, ωστόσο, παρέλειψε να επιλέξει κάποια υποχρεωτικά μαθήματα. Έτσι, ή θα έπρεπε να παρακολουθήσει ένα ακόμα έτος ή θα έπρεπε να σπουδάσει το μοναδικό αντικείμενο που το τμήμα του επέτρεπε, ψυχολογία συγκεκριμένα, μια επιστήμη την οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή αγνοούσε. «Έτσι η μοίρα ενός ανθρώπου καθορίστηκε από τη γραφειοκρατική ηλιθιότητα» ανέφερε κάποτε ο ίδιος. Αργότερα συνειδητοποίησε ότι οι απαιτήσεις του τμήματος Φυσικής ήταν πολύ πιο σκληρές σε σύγκριση με αυτές του τμήματος Ψυχολογίας και ότι αν είχε ακολουθήσει το πρώτο θα ήταν υποχρεωμένος να στερηθεί πολλά, έτσι αποφάσισε τελικά ότι αυτή η μοιραία αλλαγή μπορεί να ήταν για το καλό του.

Η επιστημονική προσέγγιση στην ψυχολογία 
Στο διδακτορικό του, που ολοκληρώθηκε το 1940, εξέταζε τις διαφορές που εμφανίζονται ως προς τις αισθητικές κρίσεις και προτιμήσεις (για πίνακες ζωγραφικής, για την ποίηση) ανάμεσα στα άτομα. Διαπίστωσε ότι υπήρχε κάποια αντικειμενικότητα στις αισθητικές κρίσεις, έτσι ότι ορισμένοι άνθρωποι έχουν έμφυτο γούστο, ότι ένα έργο τέχνης θεωρείται καλύτερο όταν εμπεριέχει τα χαρακτηριστικά της πολυπλοκότητας και της τάξης, ότι σε γενικές γραμμές οι κρίσεις των ειδικών και των απλών ανθρώπων βρίσκονται περισσότερο σε συμφωνία παρά σε ασυμφωνία και ότι οι διαφορές οφείλονται στην προσωπικότητά τους. Για παράδειγμα, οι εξωστρεφείς προτιμούν τις ζωηρές, εντυπωσιακές απεικονίσεις ενώ οι εσωστρεφείς αγαπούν τη λιτότητα και τη συγκράτηση. Η ειρωνεία ωστόσο είναι πως οι περισσότερες πανεπιστημιακές σχολές Καλών Τεχνών φαίνεται να αγνοούν αυτήν την, τώρα πια σχεδόν αυτονόητη, σύνδεση αισθητικής και προσωπικότητας.

Ένας από τους κύριους στόχους του ήταν να διατυπώσει μια επιστημονική θεωρία της προσωπικότητας. Όταν ξεκίνησε τις έρευνές του το σχετικό πεδίο παρουσίαζε μια χαοτική εικόνα. Είχαν προταθεί χιλιάδες εμφανώς διαφορετικά μεταξύ τους χαρακτηριστικά προσωπικότητας, καθένα εκ των οποίων υποστηρίζονταν ή ρίχνονταν στην πυρά από διάφορες αντίπαλες σχολές. Στο πρώτο του βιβλίο Διαστάσεις της Προσωπικότητας (Dimensions of Personality) (1947) ανάλυσε τις ανεξάρτητες διαστάσεις της εξωστρέφειας και της νευρωσικής συμπεριφοράς. Σε ένα επόμενο βιβλίο του, Η Επιστημονική Μελέτη της Προσωπικότητας (The Scientific Study of Personality) (1952) πρόσθεσε και τη διάσταση της ψυχωσικής συμπεριφοράς.

Ακολούθησε Η Καταγραφή της Προσωπικότητας (Eysenck Personality Inventory) (1964) για τη μέτρηση της εξωστρέφειας (Ε) και της νευρωσικής συμπεριφοράς (Ν) και το Ερωτηματολόγιο Προσωπικότητας (Eysenck Personality Questionnaire) (1975) για τη μέτρηση της εξωστρέφειας, της νευρωσικής συμπεριφοράς και της ψυχωσικής συμπεριφοράς (Ρ) Και τα δύο χρησιμοποιούνται ευρύτατα ως τεστ προσωπικότητας στην ψυχολογική έρευνα. Σήμερα, πενήντα χρόνια αργότερα, όλοι στην πραγματικότητα συμφωνούν ότι οι ανεξάρτητες διαστάσεις μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, από τρεις που πρότεινε ο Άιζενκ μέχρι (το συνηθέστερο) πέντε.

Συνολικά ο Άιζενκ δημοσίευσε πάνω από 1000 άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και περίπου 80 βιβλία. Όμως, έξω από τους ακαδημαϊκούς κύκλους έγινε περισσότερο γνωστός και δημοφιλής για άλλα βιβλία, πάντα με αντικείμενο την ψυχολογία. Το πρώτο ήταν το Χρήσεις και Καταχρήσεις της Ψυχολογίας (Uses and Abuses of Psychology) (1953), μετά από πρόσκληση του εκδοτικού οίκου Pelican Books. Ήταν βασισμένο στις παραδόσεις του και δεν του πήρε πάνω από δύο εβδομάδες για να το ολοκληρώσει, κάτι που συνέβαινε και με όλα τα υπόλοιπα κείμενά του εκτός από αυτά της πρώτης νεότητάς του. Απλώς υπαγόρευε κάθε κεφάλαιο όπως του προέκυπτε και στη συνέχεια έκανε κάποιες ελάχιστες διορθώσεις στο δακτυλογραφημένο κείμενο, υποστηρίζοντας ότι οι υπερβολικές αναθεωρήσεις κατέστρεφαν τον αυθορμητισμό του βιβλίου. (Αν το σκεφτούμε καλύτερα, θα μπορούσε να υπαγορεύει ένα άρθρο των 9000 λέξεων σε πέντε ώρες). Το συγκεκριμένο βιβλίο μαζί με το Λογική και Ανοησία στην Ψυχολογία (Sense and Nonsense in Psychology) (1956) και το Γεγονότα και Μυθοπλασίες στην Ψυχολογία (Fact and Fiction in Psychology) (1965), πούλησαν εκατομμύρια αντίτυπα με αλλεπάλληλες εκδόσεις τόσο στο πρωτότυπο όσο και στις μεταφράσεις τους, αυξάνοντας σημαντικά το πενιχρό κατά τα άλλα εισόδημα του συγγραφέα που ως τότε έπαιρνε μόνο το μισθό του καθηγητή πανεπιστημίου.

Ανάμεσα στα υπόλοιπα βιβλία που εξέδωσε συγκαταλέγονται τα Γνώρισε τον Δείκτη Ευφυΐας Σου (Know Your Own IQ)(1962), Έλεγξε τον Δείκτη Ευφυΐας σου (Check Your Own IQ) (1966), Η Ψυχολογία Αφορά τους Ανθρώπους (Psychology is about People) (1972), Η Ανισότητα του Ανθρώπου (The Inequality of Man) (1973), και το πιο αγαπημένο του ίδιου τοΠαρακμή και Πτώση της Φροϋδικής Αυτοκρατορίας (Decline and Fall of the Freudian Empire) (1985). Όλα έχουν γραφεί με τη συνηθισμένη του εκπληκτική διαύγεια και τον αμείλικτο ορθολογισμό του, αφού οι αστήρικτες υποθέσεις ήταν κάτι που απέφευγε με πάθος. Ήθελε όλες οι δηλώσεις του να βασίζονται σε ξεκάθαρα πειράματα και μετρήσεις. «Αν κάτι δεν μπορεί να μετρηθεί, δεν υπάρχει» είχε δηλώσει ο ίδιος. Όσοι υποστήριζαν απόψεις αντίθετες από τις δικές του βασισμένοι σε παραπομπές, διαδόσεις, συμπάθειες ή αισθητικές προτιμήσεις βρίσκονταν αντιμέτωποι με ερωτηματολόγια που μετρούσαν ακριβώς αυτές τις πηγές υποκειμενικότητας και την αστείρευτη πολυμάθειά του που δεν έχανε ευκαιρία να επιδεικνύει. Η σύγκρουση με τον Άιζενκ ήταν πάντα μια διδακτική εμπειρία.

Η «θρησκευτική» προσκόλλησή του στην επιστημονική μέθοδο τον οδήγησε σε ένα ευρύτατο ψυχολογικό πεδίο με εκπληκτική ποικιλία: συμπεριφορική γενετική, προσωπικότητα, ευφυΐα, κοινωνική στάση, ψυχοθεραπεία και φροϋδική ψυχολογία, θεραπεία συμπεριφοράς, σεξουαλική συμπεριφορά και συμπεριφορά στα πλαίσια του γάμου, κάπνισμα και υγεία, αθλητική ψυχολογία και (συχνά προς κατάπληξη των υποστηρικτών του) στις μη συμβατικές περιοχές της γραφολογίας, της αστρολογίας και της παραψυχολογίας. Η συνεισφορά του Άιζενκ σε όλους αυτούς τους τομείς αναφέρεται από διάφορες ανθολογίες (Εκδ. Modgil & Modgil, 1985 και Nyborg, 1997).

Σήμερα, που οι μέθοδοι συμπεριφορικής θεραπείας που προτάθηκαν για πρώτη φορά από τον Άιζενκ είναι ευρύτατα αποδεκτές, είναι δύσκολο να φανταστούμε τις οργισμένες αντιδράσεις που αρχικά ξέσπασαν εξαιτίας τους. Το 1958, μετά την πρώτη του διάλεξη για το θέμα σε μια αίθουσα γεμάτη ψυχαναλυτές «το κοινό φάνηκε να εκρήγνυται, οι ακροατές άρχισαν να χοροπηδάνε, να ουρλιάζουν, να βρίζουν και να κουνούν τις γροθιές τους στον αέρα. Μια απόδειξη με την εις άτοπον απαγωγή ότι οι ισχυρισμοί των ψυχαναλυτών πως η εκπαίδευση στην ψυχανάλυση κάνει τους ανθρώπους πιο λογικούς δεν είναι αληθείς» (Eysenck, Επαναστάτης με Αιτία, 1990, σελ. 145-146). Από την άλλη μεριά, «το τακτ και η διπλωματία δεν υπήρξαν ποτέ ανάμεσα στα προτερήματά μου. Πάντα πίστευα ότι ο επιστήμονας οφείλει στον κόσμο μόνο ένα πράγμα, κι αυτό είναι η αλήθεια όπως τη βλέπει αυτός. Αν η αλήθεια αντιστρατεύεται βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις, τόσο το χειρότερο» (Eysenck, ό.π., 1990, σελ. 119).

Υπάρχουν περιοδικά τα οποία εκδόθηκαν για πρώτη φορά από τον Άιζενκ που επικεντρώνονται στα δύο αυτά αντικείμενα της μελέτης του (τη συμπεριφορική θεραπεία και τη θεωρία της προσωπικότητας): το Έρευνα και Θεραπεία Συμπεριφοράς (Behaviour Research and Therapy) (1963) και το Ατομικές Διαφορές και Διαφορές Προσωπικότητας (Personality and Individual Differences) (1980) ή BRAT και PAID για συντομία, αντίστοιχα. Σήμερα και τα δύο σημειώνουν εκπληκτική επιτυχία και είναι κορυφαία στον τομέα τους. Ο Άιζενκ υπήρξε επίσης ιδρυτικό εκδοτικό στέλεχος του Διεθνείς Μονογραφίες για την Πειραματική Ψυχολογία (International Series of Monographs in Experimental Psychology) (1962). Πολλά τεύχη του πέρασαν στην ιστορία.

Παρά την επίδραση που άσκησε στην κλινική πρακτική, ο Άιζενκ ποτέ δεν εργάστηκε ως θεραπευτής. Αντίθετα, ακούγονταν πολύ συχνά να υποστηρίζει ότι δεν ήταν καλός ψυχολόγος, με την έννοια ότι δεν μπορούσε να κατανοήσει ενστικτωδώς τις αντιδράσεις των άλλων. Πάντως, αυτό δεν νομίζουμε ότι ισχύει, τουλάχιστον όσον αφορά την αθλητική ψυχολογία. Όταν ήταν έφηβος κατετάγη δεύτερος σε όλη τη Γερμανία στους αγώνες τένις και συνέχισε να παίζει μια ή δύο ώρες κάθε μέρα τένις ή σκουός μέχρι τα 70 του. (Αξίζει να σημειώσουμε ότι και ο Γκωκλέν υπήρξε δραστήριος παίκτης του τένις και κατείχε διακεκριμένη θέση στο εθνικό πρωτάθλημα Γαλλίας).

Η έλξη των αντιθέτων φάνηκε σε όλο της το μεγαλείο όταν ο Άιζενκ συνάντησε τη Σύμπιλ, που αργότερα έγινε η δεύτερη γυναίκα του. Σύμφωνα με τη θεωρία της ισότητας στον έρωτα και το γάμο, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα πρέπει να ισορροπούν και για τους δύο συντρόφους, αν θέλουμε να έχει επιτυχία το ζευγάρι. Αυτή ήταν νέα, όμορφη και ζωηρή. Αυτός ήταν μεγάλος σε ηλικία και φτωχός. Αυτή ήταν εξωστρεφής, κοινωνική και της άρεσε να βγαίνει. Αυτός ήταν εσωστρεφής, βιβλιόφιλος και του άρεσε να μένει στο σπίτι. Ο δείκτης ψυχωσικής συμπεριφοράς της Σύμπιλ ήταν εξαιρετικά χαμηλός, ο δικός του ήταν πολύ ψηλότερος. Αυτή, όμως, διέθετε χαρακτηριστικά που συνήθως δε συνδέονται με την εξωστρέφεια, όπως η εκπληκτική αποτελεσματικότητα και η συνέπεια και ο δείκτης της νευρωσικής συμπεριφοράς της εναρμονίζονταν με τον δικό του που ήταν μηδενικός.

Επίσης, κατανοούσε ενστικτωδώς τη δουλειά του και αργότερα συνέβαλε σημαντικά σ΄ αυτή. Έγιναν αχώριστοι και στη διάρκεια των 40 ετών γαμήλιου βίου τους δεν τσακώθηκαν ούτε μία φορά. Ο Άιζενκ πάντα θυμόταν την πρώτη τους συνάντηση (σε μια ομάδα συζήτησης) σαν να ήταν χτες: «δεν πίστευα στον κεραυνοβόλο έρωτα κι ακόμα δεν ξέρω αν υπάρχει, αλλά αυτό που ένοιωσα εκείνη τη στιγμή κάτι τέτοιο πρέπει να ήταν» (1990, σελ. 110).

Το ενδιαφέρον του Άιζενκ για την αστρολογία
Το ενδιαφέρον του Άιζενκ για τη γραφολογία, την αστρολογία και την παραψυχολογία οδήγησε σε 5, 19 και 12 δημοσιεύσεις αντίστοιχα, χωρίς να υπολογίζονται οι μεταφράσεις. Σε κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές το αποτέλεσμα ήταν η αντιπαράθεση του επιστήμονα με περιοχές όπου δύσκολα βρίσκονται πειστικές αποδείξεις. Ήταν, όπως το έθεσε ο εκδότης αστρολογικών κειμένων Terry Dwyer (1986) «ένας πασίγνωστος επικριτής των ανεπαρκώς αποδειγμένων ισχυρισμών, τόσο στην κλασική ψυχολογία όσο και στην ευρύτερη επιστήμη».

Καθένα από τα τρία αυτά πεδία (η γραφολογία, η αστρολογία, η παραψυχολογία) περιείχε αντιφατικά και αμφισβητήσιμα στοιχεία αλλά είχε και ένα στέρεο πυρήνα απόψεων που μπορούσαν να ελεγχθούν για την αξιοπιστία τους. Ήταν αυτό το σημαντικό χαρακτηριστικό της δυνατότητας ελέγχου, συν τα εμφανώς θετικά αποτελέσματά τους, που προσέλκυσε αρχικά την προσοχή του Άιζενκ. Αναφέρει ο ίδιος «η κύρια γοητεία ενός πεδίου όπως η ύπνωση (ή η παραψυχολογία ή η αστρολογία) είναι η υπόσχεση ότι περιέχει μια τελείως νέα και εξαιρετικά σημαντική γνώση που μπορεί να αποκομιστεί με τη μελέτη του (υποτιθέμενου) φαινομένου υπό διερεύνηση» (Eysenck, ό.π., 1990, σελ. 233).

Ο Άιζενκ (1986) τονίζει ότι κατέληξε στα θετικά του συμπεράσματα (όσον αφορά τα ευρήματα του Γκωκλέν, την εξωαισθητηριακή αντίληψη ESP και την τηλεκίνηση (Psycho kinesis) μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση των στοιχείων και όπου δεν κατάφερε να εντοπίσει κανένα λάθος. Σχολιάζει ο ίδιος «λέγεται ότι δεν πρέπει να χάνουμε το χρόνο μας με θέματα που είναι εμφανώς παράδοξα αλλά δεν νομίζω ότι τέτοιου είδους εκ των προτέρων κρίσεις πρέπει να γίνονται αποδεκτές από την επιστήμη. Οι επιστήμονες έχουν κάνει πολλές φορές λάθος όταν δηλώνουν ξεκάθαρα πως τέτοιου είδους ισχυρισμοί είναι αλάνθαστοι. Εν πάση περιπτώσει, ο χρόνος που χάθηκε ήταν δικός μου και ότι τον σπατάλησα διαβάζοντας αστρολογία είναι καλύτερο ίσως από το να τον σπαταλήσω βλέποντας πορνογραφικές ταινίες ή πηγαίνοντας με άλλους φανατικούς στο γήπεδο!» (1986, σελ. 382-383).

Τα θετικά συμπεράσματα του Άιζενκ προέκυψαν ακόμα κι όταν οι ισχυρισμοί φαίνονταν αρχικά ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αληθεύουν. Το αποτέλεσμα ήταν μια σημαντική γνωστική ασυμφωνία: «Δεν μ΄ αρέσει που πρέπει να υπερασπίσω εμπειρικά ευρήματα τα οποία αντιστρατεύονται τις δικές μου διαισθητικές πεποιθήσεις. Τι καλά που θα ήταν να μπορούσα να απορρίψω όλους τους ισχυρισμούς της παραψυχολογίας και της αστρολογίας! Η ζωή θα ήταν ευκολότερη, αν πήγαινα ήρεμος για ύπνο στην προστατευτική αγκαλιά της παραδοσιακής επιστήμης!»

Αλλά τα δεδομένα ήταν δεδομένα: «Σίγουρα δεν έφτασα στα θετικά μου συμπεράσματα γι΄ αυτά τα θέματα απλώς για να ενοχλήσω τους παραδοσιακούς επιστήμονες. ίσως να έπαιξε ρόλο η συμπόνια που ένοιωσα για τον αποδιοπομπαίο τράγο. Θεωρώ ότι αυτά τα πεδία έχουν συκοφαντηθεί από τους παραδοσιακούς επιστήμονες χωρίς όμως αυτοί να έχουν κάποιες εξειδικευμένες γνώσεις για το συγκεκριμένο αντικείμενο, κι αυτό νομίζω πως είναι απαράδεκτο» (1986, σελ. 384).

Ο Άιζενκ ασχολήθηκε με την αστρολογία κυρίως κατά την περίοδο 1975-1985, δέκα χρόνια αφότου άρχισε να μελετά παραψυχολογία. Το ενδιαφέρον του για την αστρολογία γεννήθηκε από την επαφή του με τα ευρήματα του Γκωκλέν (1926-1991). Στο πέρασμα του χρόνου ο Γκωκλέν κατέρριψε πολλούς από τους ισχυρισμούς της αστρολογίας, εκτός από κάποιον που πεισματικά παρέμενε ακλόνητος. Κατά τη γέννηση διακεκριμένων επαγγελματιών, όπως στρατιωτικών και ζωγράφων, ορισμένοι πλανήτες έτειναν να προτιμούν ή να αποφεύγουν τις περιοχές αμέσως μετά την ανατολή και το μεσουράνημα, περίπου 1/5 του συνόλου. Η τάση αυτή δεν μπορούσε να εξηγηθεί δημογραφικά ή αστρονομικά και έφτανε στο 10 – 25% πάνω από το φυσιολογικά αναμενόμενο. (Το ποσοστό φαίνεται μεγάλο, αλλά το αντίστοιχο στατιστικό μέγεθος, το οποίο κανένας επί τρεις δεκαετίες δεν μπήκε στον κόπο να υπολογίσει είναι μόνο 0,02 – 0,05).

Για να γίνει πιο πολύπλοκο το αίνιγμα, η τάση αυτή εξαφανίζονταν όταν οι επαγγελματίες δεν ήταν διακεκριμένοι. Στην περίπτωση αυτών των ερευνών, όμως, δεν ακούστηκαν οι συνηθισμένες δικαιολογίες ότι πρόκειται για λάθη στο δείγμα, γιατί ο Γκωκλέν χρησιμοποιούσε μεγάλο αριθμό δειγμάτων, που πολλές φορές ξεπερνούσαν τα 3000 άτομα, γιατί τα αποτελέσματα είχαν εξαιρετικά σημαντικό στατιστικό δείκτη p συχνά κάτω από 0,0001 και γιατί το αποτέλεσμα παρέμενε το ίδιο όσες φορές κι αν επαναλήφθηκε η έρευνα. Ο Άιζενκ εντυπωσιάστηκε και δημοσίευσε μια ευνοϊκή κριτική των εργασιών του Γκωκλέν στο περιοδικό New Behaviour (1975), το οποίο δεν εκδίδεται πια.

Στο ίδιο άρθρο ο Άιζενκ ασχολήθηκε και με την άποψη του Karl Popper ότι η αστρολογία, όπως και η ψυχανάλυση, είναι ψευδοεπιστήμη, αφού αποτελείται από ισχυρισμούς που δεν μπορούν να ελεγχθούν πειραματικά. Ο Άιζενκ υποστήριξε ότι, αντίθετα, η αστρολογία διατυπώνει ελέγξιμους ισχυρισμούς όπως ότι οι θέσεις των πλανητών συνδέονται με την προσωπικότητα. Έτσι «δεν πρέπει να μας δυσκολεύει ένα πείραμα που θα βοηθήσει να ελεγχθεί η υπόθεση αδιαμφισβήτητα».

Ο Άιζενκ χρησιμοποιώντας την έρευνα του Γκωκλέν για παράδειγμα σχολιάζει «Θεωρώ ότι όσον αφορά την αντικειμενικότητα των παρατηρήσεων, τη στατιστική σημαντικότητα των διαφορών, την επαλήθευση της υπόθεσης και την επαναληψιμότητα, ελάχιστα δεδομένα στην ψυχολογία θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τέτοιου είδους έρευνες. Πρέπει να δεχτούμε ότι υπάρχει εδώ κάτι που απαιτεί εξήγηση». Πρόκειται για ένα καλό παράδειγμα της επιμονής του Άιζενκ να δίνει προτεραιότητα στα δεδομένα έναντι της απλής γνώμης.

Την εποχή που έγραφε αυτά στο New Behaviour τον απασχολούσε μια έρευνα σχετική με τα ηλιακά ζώδια. Το 1971, ο βρετανός αστρολόγος Jeff Mayo έστειλε στον Άιζενκ μία μελέτη 1795 ατόμων στην οποία επιχειρούσε μια σύνδεση του ηλιακού τους ζωδίου με τη βαθμολογία τους σε ένα ερωτηματολόγιο που μετρούσε την εξωστρέφεια και το οποίο είχε συντάξει ο ίδιος ο Mayo. Τα αποτελέσματα έδειχναν να συμφωνούν πλήρως με την αστρολογία. Ο Άιζενκ γοητεύτηκε και του πρόσφερε το δικό του ερωτηματολόγιο για να το χρησιμοποιήσει σε περαιτέρω ερευνητικές εργασίες. Στη συνέχεια, το 1973, ανεξάρτητα από τον Mayo, ο Βρετανός κοινωνιολόγος Joe Cooper παρουσίασε στον Άιζενκ μια μελέτη της οποίας το δείγμα αποτελούσαν φοιτητές του πανεπιστημίου του Bradford, όπου οι μέσοι βαθμοί εξωστρέφειας τους ήταν αντίθετοι με το ηλιακό τους ζώδιο.

Το αποτέλεσμα ήταν μια μελέτη των Mayo, White και Άιζενκ (1978) όπου ερευνήθηκαν οι δείκτες εξωστρέφειας 2324 υποκειμένων, την οποία ακολούθησε μια μελέτη των Smithers και Cooper (1978) με το ίδιο θέμα και υποκείμενα 559 φοιτητές. Και στις δύο περιπτώσεις τα αποτελέσματα εναρμονίζονταν με την αστρολογία. Πάντως, η διαφορά των μέσων όρων εξωστρέφειας ανάμεσα στα μονά και τα ζυγά ζώδια ήταν μόνο 0,7, ελάχιστη δηλαδή αν συγκριθεί με αυτά που υποστηρίζει η αστρολογία των ηλιακών ζωδίων. Στην πορεία, οι έρευνες αυτές επαναλήφθηκαν πολλές φορές, στις περισσότερες περιπτώσεις με θετικά αποτελέσματα, με μέσους όρους διαφοράς 0,09. Οι αστρολόγοι θεώρησαν ότι η έρευνα του Άιζενκ «πιθανότατα είναι η πιο σημαντική εξέλιξη στο χώρο της αστρολογίας αυτόν τον αιώνα» (Phenomena,1977, 1, 1).

Αργότερα, όμως, ο Άιζενκ ανακάλυψε ότι το αποτέλεσμα εξαφανίζονταν όταν τα υποκείμενα της έρευνας δεν ήταν εξοικειωμένα με τα ηλιακά ζώδια, έτσι δόθηκε μια απλή εξήγηση για τα παλαιότερα πορίσματα: προηγούμενη γνώση αστρολογίας. Αν ρωτήσουμε Τοξότες (που υποτίθεται ότι είναι κοινωνικοί και έξω καρδιά) αν τους αρέσει να πηγαίνουν σε πάρτι, η αστρολογία μπορεί να υποθέσει ότι μάλλον θα απαντήσουν ναι. Η ίδια προκατάληψη ισχύει και για τα υπόλοιπα ζώδια, που υποτίθεται ότι είναι είτε εξωστρεφή είτε μη εξωστρεφή. Η προκατάληψη αυτή ίσως είναι ασυνείδητη και αμυδρή, αλλά αν χρησιμοποιήσουμε μεγάλα δείγματα μπορεί να δώσει στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα, όπως στην έρευνα του Mayo όπου το p = 0,000005 (παρόλο που συμβατικά δημοσιεύτηκε ως p = 0,0001) με δείγμα 2324 ατόμων.

Λίγο πριν δημοσιευτεί η μελέτη του Mayo, εκδόθηκε το Πρόσφατες Εξελίξεις στη Γενέθλια Αστρολογία (Recent Advances in Natal Astrology). Πρόκειται για το πρώτο σημαντικό επιστημονικό δημοσίευμα με θέμα τις ερευνητικές προσπάθειες που έχουν αντικείμενο την αστρολογία. Για να διασφαλισθεί η αξιοπιστία του ζητήθηκε η συνδρομή 44 συνεργατών, ένας εκ των οποίων ήταν ο Άιζενκ, που βοήθησε στον τομέα της προσωπικότητας και της ψυχολογίας. Η κυκλοφορία του και τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα των ερευνών του Γκωκλέν, του Mayo και του Cooper ώθησαν τον Άιζενκ να ασχοληθεί ακόμα περισσότερο με το χώρο αυτό.

Εργάστηκε για τη διοργάνωση ενός διήμερου ερευνητικού σεμιναρίου που έλαβε χώρα στο Ινστιτούτο Ψυχιατρικής τον Μάιο του 1979 με κοινή συμμετοχή αστρολόγων και ψυχολόγων (Gibson, 1981, σελ. 209). Το σεμινάριο σημείωσε επιτυχία και μέχρι το 1996 διοργανώθηκαν εννέα ακόμα παρόμοια. Τα πρώτα τέσσερα στεγάστηκαν στο Ινστιτούτο Ψυχιατρικής, τα υπόλοιπα (από το 1986) κάπου αλλού στο Λονδίνο. Ο μεγαλύτερος αριθμός συμμετεχόντων ήταν 110 το 1981 και ο μικρότερος 45 το 1989, με μέσο όρο συμμετοχής 70 άτομα, εκ των οποίων τυπικά οι 15 ήταν ομιλητές.

Το ενδιαφέρον του Άιζενκ για την αστρολογία οδήγησε επίσης στη διοργάνωση τριών ερευνητικών σεμιναρίων που οργανώθηκαν από οπαδούς της αστρολογίας στο Long Beach, στο Freiburg και στη Νάπολη το 1986, 1987 και 1988 αντίστοιχα. Στο πρώτο παρουσιάστηκαν 6 ομιλητές αλλά προσέλκυσε το ενδιαφέρον μόνο 25 ατόμων, παρόλο που είχε υπολογιστεί να διεξαχθεί μετά από δύο σημαντικά αμερικανικά συνέδρια αστρολογίας (παραδοσιακής), καθένα εκ των οποίων συγκέντρωσε 1000 περίπου ανθρώπους. Παρόλ’ αυτά θεωρείται σημαντικό επειδή κατέληξε στη συγκρότηση της Επιτροπής Αντικειμενικής Έρευνας στην Αστρολογία [Committee for Objective Research in Astrology (CORA)], με πρόεδρο τον Άιζενκ και δώδεκα άλλους (αστρολόγους και ακαδημαϊκούς) που επιλέχθηκαν για τις γνώσεις τους. Η Επιτροπή Αντικειμενικής Έρευνας έθεσε ως στόχο τη βελτίωση της, γενικά χαμηλής ποιότητας, αστρολογικής έρευνας προσφέροντας καθοδήγηση και συμβουλές χωρίς αμοιβή. Υπάρχει ακόμα παρόλο που έχει λάβει ελάχιστες έρευνες, οι περισσότερες από τις οποίες δεν συνεχίστηκαν.

Αστρολογία: Επιστήμη ή Προκατάληψη;
Στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα ο Άιζενκ και ο David Nias άρχισαν μια έρευνα σκοπεύοντας στην επιστημονική τεκμηρίωση της αστρολογίας με στόχο ένα όχι τόσο εξειδικευμένο κοινό όσο αυτό που διάβαζε το Πρόσφατες Εξελίξεις. Το αποτέλεσμα ήταν ένα βιβλίο, το Αστρολογία: Επιστήμη ή Προκατάληψη; (Astrology: Science or Superstition? (Eysenck και Nias, 1982). στο οποίο περιλαμβάνονταν τα αστρολογικά αξιώματα, τα ηλιακά ζώδια, ο γάμος, οι ασθένειες, η αυτοκτονία, η εμφάνιση, οι αστρολογικοί δίδυμοι, η εποχή της γέννησης, οι γήινοι και οι ηλιακοί κύκλοι, η επιρροή του ραδιοφώνου, οι σεισμοί, οι επιδράσεις της σελήνης και οι εργασίες του Μισέλ Γκωκλέν.

Παρότι είχαν στη διάθεσή τους τις Πρόσφατες Εξελίξεις, αναζήτησαν τις πηγές τους παντού με αποτέλεσμα να συγκεντρώσουν τεράστιους όγκους από φωτοαντίγραφα, μισό μέτρο ύψος. Αυτό δείχνει τη φροντίδα τους να παραμείνουν αμερόληπτοι και να παρουσιάσουν σωστά το υλικό τους. Ακόμα, ανακάλυψαν νέο υλικό, έτσι ώστε το 40% των 230 παραπομπών του βιβλίου να μην περιέχεται στις 1020 παραπομπές των Πρόσφατων Εξελίξεων. Το 1986 το βιβλίο εκδόθηκε από τον οίκο Penguin, τώρα πια έχει εξαντληθεί, και μεταφράστηκε σε επτά γλώσσες, η πιο πρόσφατη ήταν η Νορβηγική.

Εκτός από την επισκόπηση όλης της αστρολογίας, ο Άιζενκ και ο Nias έκαναν δύο καινούργιες και σημαντικές ανασκευές, οι οποίες στη συνέχεια επιβεβαιώθηκαν και από άλλους.
Πρώτον, η ζωδιακή επιρροή όπως υποστηρίχθηκε από τον Mayo αποδείχθηκε με δύο ανεξάρτητες έρευνες ότι ήταν πλασματική και οφείλονταν σε προηγούμενη γνώση.
Δεύτερον, αποδείχθηκε ότι οι ισχυρισμοί του John Nelson (ότι οι πλανητικές θέσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να προβλεφθεί η ποιότητα εκπομπής των βραχέων ραδιοκυμάτων με 90% ακρίβεια περίπου) στηρίζονταν σε λανθασμένους υπολογισμούς.

Όσον αφορά άλλους ισχυρισμούς, ο Άιζενκ και ο Nias κατάφεραν να αποδείξουν ότι υπάρχουν μη αστρολογικές αιτιολογήσεις για κάποια φαινόμενα. Για παράδειγμα, μεγάλο μέρος της αποδοχής που γνωρίζουν οι αστρολογικές ερμηνείες βασίζεται στην επίδραση του Barnum (Barnum effect). Ωστόσο, συνέχισαν να προβληματίζονται από τα ευρήματα του Γκωκλέν, συμφωνώντας με τη διάσημη πια παρατήρηση του Arthur Mather (1979): «Τόσο αυτοί που δέχονται ότι η αστρολογία (με την ευρύτερη έννοια) αποτελεί ένα σοβαρό πεδίο μελέτης όσο και αυτοί που το αρνούνται, αναγνωρίζουν τη σημασία του έργου του Γκωκλέν. Ίσως δεν είναι ακραίο να πούμε ότι τα πάντα στηρίζονται επάνω του».

Σε γενικές γραμμές, αυτό το αστρολογικό βιβλίο αντανακλούσε την ικανότητα του Άιζενκ να εξηγεί πολύπλοκα ζητήματα με καθημερινή γλώσσα. Όπως το θέτει και ένα απόσπασμα στο οπισθόφυλλο του «Κανένας επιστήμονας του καιρού μας, απ΄ όσους έχω διαβάσει, δεν μπορεί να παραβληθεί με τον Χανς Άιζενκ στην ταξινόμηση συγγενικών δεδομένων, στην διαυγή παρουσίαση τους και στην εξαγωγή από αυτά εύλογων συμπερασμάτων».
Για παράδειγμα, το επιχείρημα ότι κανένας παράγοντας του γενέθλιου ωροσκοπίου δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα, και ότι η συνολική εξέταση των παραγόντων είναι μια τόσο ευαίσθητη διαδικασία που δεν μπορεί να εξεταστεί επιστημονικά, ένα επιχείρημα που οι αστρολόγοι θα χρειάζονταν σελίδες επί σελίδων για να αναλύσουν, ο ίδιος το αντιμετωπίζει σε μία μόνο παράγραφο:

  • «Αυτό [το επιχείρημα] όμως δεν αγγίζει την ουσία. Αν τα βασικότερα αξιώματα της αστρολογίας είναι αληθή, θα πρέπει να ερευνηθούν στα πλαίσια της ορθότητάς τους, άσχετα από άλλου είδους ευαισθησίες. Αναλογικά, ας υποθέσουμε ότι εξετάζουμε την πεποίθηση πως η δίαιτα και το βάρος του σώματος συνδέονται. Φυσικά υπεισέρχονται κι άλλοι παράγοντες, όπως η γενετική προδιάθεση, η ηλικία, η άσκηση, η υγεία και ούτω καθεξής. Παρόλα αυτά, αν πάρουμε ένα αρκετά μεγάλο δείγμα, σίγουρα θα περιμένουμε να βρούμε ενδείξεις ότι οι χοντροί τρώνε πολύ και οι πεινασμένοι είναι αδύνατοι. Αν η αστρολογία είναι αληθής, πρέπει να περάσει με επιτυχία ελέγχους τέτοιου είδους» (σελ. 31).

Σε γενικές γραμμές, η συμβολή του Άιζενκ στην αστρολογική έρευνα ήταν η επιμονή του ότι υπάρχει ένα αποτέλεσμα που πρέπει να ερμηνευτεί, η επιμονή του ότι τα ζητήματα πρέπει να εξετάζονται με τις κατάλληλες πειραματικές μεθόδους και η άρνησή του να ικανοποιηθεί από οποιοδήποτε άλλο είδος εξήγησης. Με λίγα λόγια, έθεσε ένα στάνταρ αμεροληψίας και ορθής επιστήμης στο οποίο όλοι στοχεύουμε αλλά λίγοι από μας επιτυγχάνουν. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο αντιδράσεις των αστρολόγων ήταν γενικά να τον επαινούν όταν σχολίαζε ευνοϊκά την αστρολογία και να τον καταδικάζουν σε διαφορετική περίπτωση. Για παράδειγμα, όταν δημοσίευσε την αναθεωρημένη άποψή του για τη μελέτη του Mayo το 1979 κατά τη διάρκεια του αστρολογικού συνεδρίου στο Ψυχιατρικό Ινστιτούτο «μερικοί αστρολόγοι πίστεψαν ότι ο Άιζενκ αρχικά τους γοήτευσε με την υποστήριξή του και στη συνέχεια τους πρόδωσε εμφανίζοντας ορισμένα αρνητικά στοιχεία» (Gibson, 1979, σελ. 210).

Παρόμοια, σε απάντηση ενός άρθρου του Άιζενκ για την ερευνητική μεθοδολογία στην αστρολογία, η αστρολόγος Sandra Ellis (1982) σχολίασε «Δεν καταλαβαίνω γιατί κάποιοι αστρολόγοι αισθάνονται ότι πρέπει να γίνουν αποδεκτοί από ορισμένους αυτοαποκαλούμενους μοναδικούς υπερασπιστές του ορθολογισμού». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Άιζενκ αντιμετώπισε εδώ κάτι παρόμοιο με τη φράση που ο ίδιος είχε χρησιμοποιήσει για να χαρακτηρίσει τον παραλογισμό «έχω πάρει τις αποφάσεις μου, μη με μπερδεύετε με δεδομένα».

Ένας εξαιρετικά προσηνής καθηγητής 
Οι αντικρουόμενες πλευρές της πορείας του Άιζενκ φαίνεται αρχικά να αντανακλούν μια δογματική, δύσκολη και καθόλου φιλική προσωπικότητα. Στην πραγματικότητα ήταν ένας ήρεμος και γλυκομίλητος άνθρωπος με ελάχιστα ίχνη γερμανικής προφοράς, πάντα εξυπηρετικός και ευπροσήγορος. Οι μαθητές και οι συνάδελφοί του τον θυμούνται πάντα στο πλευρό τους ακόμα κι όταν οι απόψεις τους διέφεραν από τις δικές του. Ο Arthur Jensen αναφέρει γι΄ αυτόν ότι ήταν «ο πιο προσηνής καθηγητής που γνώρισα ποτέ μου» Οι απόφοιτοι που πέρασαν από τις τάξεις του είναι τώρα σκορπισμένοι σε όλα τα μέρη του κόσμου, πολλοί απ΄ αυτούς κατέχουν εξέχουσα θέση στον τομέα τους (ένας στους τρεις με διδακτορικό είναι τώρα καθηγητές ψυχολογίας) και όλοι τους τρέφουν απεριόριστο σεβασμό στο πρόσωπό του.

Παρόλο που ο Άιζενκ έγραψε πολλές μελέτες σχετικά με τις ερευνητικές μεθόδους στο χώρο της αστρολογίας, διατηρούσε τις αμφιβολίες του ως προς το αν η έρευνα μπορεί να διδαχθεί με συνταγολόγια. Αυτό που πραγματικά χρειάζεται είναι να υπάρχουν κίνητρα και κριτική σκέψη κι αυτά αποκτώνται μέσα από την επαφή με πληροφορημένους και ενθουσιώδεις ανθρώπους. Για πολλά χρόνια, από τη δεκαετία του πενήντα και μετά, αυτός και η Σύμπιλ οργάνωναν ανεπίσημα δείπνα στο σπίτι τους, που ένας συνάδελφος του περιγράφει ως εξής «έμοιαζε με το ζαχαρένιο σπίτι του Χάνσελ και της Γκρέτελ, κόκκινο, ροζ και κίτρινο» (Eysenck, ό.π., 1990, σελ. 154) και είχαν καθιερώσει επίσης έναν εικοσάλεπτο περίπατο από το Ινστιτούτο, στον οποίο συμμετείχαν όλο το προσωπικό και φοιτητές (συνήθως 12, σπάνια πάνω από 20) στη διάρκεια του οποίου συζητούσαν τις πρόσφατες έρευνές τους.

Αντί να τους επιβάλλει έτοιμες τις δικές του ιδέες, ο Άιζενκ τους βοηθούσε να απαντήσουν οι ίδιοι στις ερωτήσεις τους, επισημαίνοντας τα προβληματικά σημεία στα οποία έπρεπε να στρέψουν την προσοχή τους και προκαλώντας τα κριτικά σχόλια όλης της ομάδας. Με τον τρόπο αυτό ανακάλυπταν πράγματα για τον ίδιο τους τον εαυτό και στην πορεία προσηλώνονταν με ενθουσιασμό στο αντικείμενό τους. Όπως παρατηρεί ο Arthur Jensen, «σπάνια συνάντησα ομάδα ερευνητών πιο απορροφημένων και παθιασμένων με αυτό που έκαναν». Φυσικά αυτό ήταν η ψυχολογία, όχι η αστρολογία, αλλά και εδώ εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές. Όπως ανέφερε και ο ίδιος ο Άιζενκ «οργάνωσα τη ζωή μου γύρω από την έρευνα, αφήνοντας σχεδόν όλα τα άλλα στην άκρη. Το ίδιο πρέπει να κάνετε κι εσείς, αν θέλετε να φτάσετε κάπου». (1990, σελ. 279).

Η προτίμηση του Άιζενκ για τα πράγματα που μπορεί να μετρηθούν φαίνεται στη σελίδα 284 της αυτοβιογραφίας του, όπου στον Κατάλογο Παραπομπών Κοινωνικών Επιστημών (Social Sciences Citation Index) παραθέτει τα μέλη των βρετανικών τμημάτων ψυχολογίας με τις περισσότερες παραπομπές το 1985 (καταμετρά δηλαδή το πόσες φορές άλλοι παραπέμπουν στο έργο τους). Ο ίδιος προηγείται κατά πολύ με 813 παραπομπές. Ο αμέσως επόμενος έχει 251. Σε διεθνές επίπεδο, ο Άιζενκ είναι ο εν ζωή ψυχολόγος με τις περισσότερες παραπομπές και (μετά τον Φρόιντ και τον Πιαζέ) ο ψυχολόγος με τις περισσότερες παραπομπές γενικά. Ελάχιστοι ερευνητές αστρολογίας έχουν μείνει ανεπηρέαστοι από το έργο του. Η απουσία του θα είναι οδυνηρή.

Ο Άιζενκ έκανε δύο γάμους και επέζησε μετά το θάνατο της δεύτερης γυναίκας του, της Σύμπιλ. Απέκτησε ένα γιο από τον πρώτο γάμο (που τώρα είναι καθηγητής Ψυχολογίας στο Royal Holloway College) και τρεις γιους και μία κόρη από το δεύτερο. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό γέννησής του γεννήθηκε στις 5 π.μ. (4 π.μ. GMT) στις 4 Μαρτίου 1916 στο Βερολίνο. Στο γενέθλιο χάρτη του βλέπουμε ότι έχει ωροσκόπο Αιγόκερω, Ήλιο και Σελήνη στους Ιχθείς σε σύνοδο ακριβείας (λεπτού) που σχηματίζουν τρίγωνο με τον Κρόνο και μια κλειστή σύνοδο Ερμή-Ουρανού σε αντίθεση με τον Άρη. Οι τομείς Γκωκλέν 1, 4 και 10 είναι κενοί. Ωστόσο, ο Κρόνος βρίσκεται στον τομέα 7 και ο Δίας στον τομέα 11 (ένα τομέα που δεν θεωρείται κλειδί), σύμφωνα δηλαδή με την επίδραση του Κρόνου (Saturn effect) που παρατηρείται στους διακεκριμένους επιστήμονες.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, δημοσιεύτηκαν νεκρολογίες για τον Άιζενκ στις 8 Σεπτεμβρίου 1997 στην Independent και τους Times, στις 10 Σεπτεμβρίου 1997 στην Daily Telegraph και στο τεύχος Νοεμβρίου του The Psychologist.

Βιβλιογραφία

  • Dwyer, σημείωμα του εκδότη, Astrological Journal, 1986, 28 (3), σελ. 114.
  • Ellis, Eysenck methodology (επιστολή), Astrological Journal, 1982, 24 (3), σελ. 198-200.
  • Eysenck, Planets, stars and personality, New Behaviour, 29 May 1975, σελ. 246-249, ο ίδιος, Consensus and controversy: Two types of science, 1986, σε Modgil & Modgil, σελ. 375-398, ο ίδιος, Rebel with a Cause: The Autobiography of Hans Eysenck, 1990, εκδ. Allen, London.
  • Eysenck & Nias, Astrology: Science or Superstition?, 1982, εκδ. Temple Smith, London, and St Martin’s, New York.
  • Gibson, Hans Eysenck: The Man and His Work, 1981, εκδ. Peter Owen, London.
  • Mather, Response to reviews of Recent Advances, 1979, Zetetic Scholar, 3/4, σελ. 96.
  • Mayo, White & Eysenck, An empirical study of the relation between astrological factors and personality, 1978, Journal of Social Psychology, 105, 229-236.
  • Modgil & Modgil (eds), Hans Eysenck: Consensus and Controversy, Essays in Honour of Hans Eysenck, 1986, Falmer, Lewes UK, σελ. 421.
  • Nyborg (ed), The Scientific Study of Human Nature: Tribute to Hans J Eysenck at Eighty, 1997, εκδ. Pergamon, Oxford, σελ. 640. Η συμβολή του Άιζενκ στη γραφολογία, την αστρολογία και την παραψυχολογία (με κατάλογο δημοσιεύσεων) παρουσιάζεται στις σελ. 511-542.
  • Smithers & Cooper, Personality and season of birth, 1978, Journal of Social Psychology, 105, 237-241.
  • Εκθέσεις των αστρολογικών ερευνητικών σεμιναρίων που οργάνωσε ο Άιζενκ έχουν δημοσιευτεί στο Correlation, 1986, 6(2), 5-6, 1987, 7(1), 2, 1988, 8(1), 3-4 και στο Astro-Psychological Problems, 1986, 4(3), 4-6, 1987, 5(2), 4-5 με φωτογραφίες, 1988, 6(3), 9-17 όπου συμπεριλαμβάνεται συζήτηση των ομιλητών.

Συγγραφείς: Geoffrey Dean & David Nias
Απόδοση: Ομάδα σύνταξης MyHoroscope.gr
(αναδημοσιεύεται με την έγκριση του Correlation, Journal of Objective Research into Astrology και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Correlation, τεύχος 16 (1), Βόρειο Καλοκαίρι 1997)